απογοητεύω

απογοητεύω
προκαλώ απογοήτευση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < απο-* + γοητεύω. Η λ. μαρτυρείται στον Ν. Σαρίπολο. Ο τ. απαγοητεύω (αντί απογοητεύω) είναι εσφαλμένος και οφείλεται σε παρετυμολογική σύνδεση της λ. με σύνθετα όπως απαγορεύω, απαθανατίζω κ.τ.ό. (πρβλ. και απαθανατίζω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απογοητεύω — απογοητεύω, απογοήτευσα (σπάν. απογοήτεψα) βλ. πίν. 19 , βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • απογοητεύω — εψα, εύτηκα, ευμένος, κάνω κάποιον να χάσει μιαν ευχάριστη προσδοκία, απελπίζω, αποθαρρύνω: Είμαι απογοητευμένος από το αποτέλεσμα των εξετάσεων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Liste unregelmäßiger Verben im Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben des Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben im Neugriechischen — sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden. Inhaltsverzeichnis 1 Vorbemerkungen und Statistik 2… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige neugriechische Verben — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • απαγοητεύω — εσφαλμ. τ. αντί απογοητεύω* …   Dictionary of Greek

  • απογοήτευση — η 1. αποθάρρυνση, μελαγχολία 2. διάψευση ελπίδων. [ΕΤΥΜΟΛ. < απογοητεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1861 στον Κ. Πωπ, ως απόδοση του γαλλ. desenchantement] …   Dictionary of Greek

  • απογοητευτικός — ή, ό αυτός που προκαλεί απογήτευση. [ΕΤΥΜΟΛ. < απογοητεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1888 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • αποκαρδιώνω — κ. καρδίζω 1. κάνω κάποιον να χάσει το θάρρος του, αποθαρρύνω 2. διαψεύδω τις ελπίδες κάποιου, τον απογοητεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < απο * + καρδιώνω «εμψυχώνω, δίνω θάρρος». Η λ. μαρτυρείται από το 1834 στον Γεώργιο Θεοχαρόπουλο] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”